Simone de Beauvoir | The Second Sex (II)

Sally Rooney | Normal People (I)


The Curious Case of Benjamin Button (2008)

The conversations that follow are gratifying for Connell, often taking unexpected turns and prompting him to express ideas he had never consciously formulated before. They talk about the novels he’s reading, the research she studies, the precise historical moment that they are currently living in, the difficulty of observing such a moment in process. At times he has the sensation that he and Marianne are like figure-skaters, improvising their discussions so adeptly and in such perfect synchronisation that it surprises them both. She tosses herself gracefully into the air, and each time, without knowing how he’s going to do it, he catches her. Knowing that they’ll probably have sex again before they sleep probably makes the talking more pleasurable, and he suspects that the intimacy of their discussions, often moving back and forth from the conceptual to the personal, also makes the sex feel better.

– Sally Rooney, Normal People

André Aciman | Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου

Για την πρώτη φορά που ερωτεύεσαι. Η αγωνία για το πρώτο φιλί.

Call Me By Your Name (2017)

Και προτού να το καταλάβω, ήρθε δίπλα μου. Είμαστε πολύ κοντά, σκέφτηκα, δεν έχω βρεθεί ποτέ τόσο κοντά του, πέρα από τα όνειρα, ή όταν ένωσε τις χούφτες του για να μου ανάψει τσιγάρο. Αν με πλησίαζε κι άλλο, θα μπορούσε να ακούσει την καρδιά μου. Το είχα δει γραμμένο σε μυθιστορήματα, αλλά δεν το πίστευα μέχρι τώρα. Με κοίταξε κατευθείαν στο πρόσωπο, σαν να του άρεσε το πρόσωπό μου και ήθελε να το μελετήσει και να περιπλανηθεί πάνω του, κι έπειτα άγγιξε το κάτω χείλος μου με το δάχτυλό του και το άφησε να ταξιδέψει πάνω του, αριστερά και δεξιά, δεξιά και πάλι αριστερά, και πάλι και πάλι όσο στεκόμουν εκεί, παρακολουθώντας τον να χαμογελάει με έναν τρόπο που με έκανε να φοβάμαι ότι τα πάντα επρόκειτο να συμβούν και ότι δεν υπήρχε επιστροφή, ότι αυτός ήταν ο τρόπος του να ρωτάει, κι ήταν η ευκαιρία μου να πω όχι ή να πω κάτι άλλο κερδίζοντας χρόνο, έτσι ώστε να συζητήσω το θέμα με τον εαυτό μου, τώρα που είχε φτάσει σε αυτό το σημείο – όμως δεν μου είχε μείνει άλλος χρόνος, γιατί έφερε τα χείλη του στο στόμα μου, με ένα θερμό, συμφιλιωτικό φιλί, ένα φιλί στη λογική τού θα-σε-βρω-στα-μισά-αλλά-όχι-πιο-πέρα, μέχρι να καταλάβει πόσο λιμοκτονούσαν τα χείλη μου. Μακάρι να ήξερα πώς να ρυθμίσω το φιλί μου όπως εκείνος. Όμως το πάθος μάς επιτρέπει να κρύψουμε περισσότερα, κι εκείνη την ώρα στο πεζούλι του Μονέ, αν και ήθελα να αποκρύψω τα πάντα για μένα σ’ αυτό το φιλί, ωστόσο ήμουν εξίσου απελπισμένος για μια ευκαιρία να χαθώ μέσα του, όπως εύχεται κάποιος να μπορούσε να άνοιγε η γη και να τον κατάπινε ολόκληρο.

– Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου, André Aciman

Simone de Beauvoir | The Second Sex (I)

Simone de Beauvoir on girl and her diary:

illustration by Caitlin Shearer

Others announce: «To be read after my death» or «To be burned when I die». The little girl’s sense of secrecy that developed at prepuberty only grows in importance. She closes herself up in fierce solitude: she refuses to reveal to those around her the hidden self that she considers to be her real self and that is in fact an imaginary character: she plays at being a dancer like Tolstoy’s Natasha, or a saint like Marie Lenéru, or simply that singular wonder that is self. There is still an enormous difference between this heroine and the objective face that her parents and friends recognise in her. She is also convinced that she is misunderstood: her relationship with herself becomes even more passionate: she becomes intoxicated with her isolation, feels different, superior, exceptional: she promises that the future will take revenge on the mediocrity of her present life. From this narrow and pretty existence she escapes by dreams. She has always loved to dream: she gives herself up to this penchant more than ever; she uses poetic clichés to mask a universe that intimidates her, she sanctifies the male sex with moonlight, rose-coloured clouds, velvet nights; she turns her body into a marble, jasper or mother-of-pearl temple; she tells herself foolish fairy tales.

– Simone de Beauvoir, The Second Sex {The Girl}

Sarah Bakewell | Στο καφέ των υπαρξιστών: ελευθερία, ύπαρξη και κοκτέιλ βερίκοκο

Sabina Socol

Περί Simone de Beauvoir ο λόγος…

Ως παιδί, ήθελε να καταβροχθίσει καθετί που έβλεπε. Κοιτούσε λαίμαργα τις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων – «τη διαυγή λάμψη των καραμελωμένων φρούτων, τη νεφελώδη στιλπνότητα των ζελέ, την καλειδοσκοπική διάταξη των ζαχαρωτών – πράσινα, κόκκινα, πορτοκαλί, βιολετιά: ορεγόμουνα τα ίδια χρώματα όσο και τις απολαύσεις που μου υπόσχονταν». Ευχόταν να ήταν όλο το σύμπαν βρώσιμο για να μπορεί να τα φάει, όπως έφαγαν από το ζαχαρωτό σπιτάκι ο Χάνσελ και η Γκρέτελ. Ακόμα και ως ενήλικη, έγραφε: «Ήθελα να ροκανίσω ολάνθιστες αμυγδαλιές και να μασουλώ δαγκωνιές από το αμυγδαλωτό ουράνιο τόξο του ηλιοβασιλέματος».

– Sarah Bakewell, Στο καφέ των υπαρξιστών: ελευθερία, ύπαρξη και κοκτέιλ βερίκοκο